Σάββατο, Ιανουαρίου 13, 2007

Now that I've found you

Με κοίταξε λες και δεν είχε ξαναδεί κάτι σαν εμένα. Στην αρχή έμεινε επιφυλακτικός, λίγο μακριά μου, μια μικρή απόσταση, και με επεξεργάστηκε. Με κοίταζε από πάνω ως κάτω εξονυχιστικά. Θαρρώ, προσπαθούσε να καταλάβει τι είμαι, ποια είμαι, πως ήρθα, από που ήρθα.
Η έκφρασή του δεν μου άφησε πολλά περιθώρια. Συνειδητοποίησα πως μάλλον ένιωθε ακριβώς όπως εγώ. Το βλέμμα μου θα πρέπει να έπεφτε με την ίδια έκπληξη και απορία πάνω του... με την ίδια λαχτάρα. Τι είναι αυτός; Πως βρέθηκε εδώ; Άραγε μπορεί και σκέφτεται; Μιλάει; Αν του μιλήσω εγώ, θα με καταλάβει;
Νόμιζα πως ήμουν μοναδική. Μόνη... μόνη... μόνη...
Δεν είχα αντικρύσει ξανά κάτι παρόμοιο.

"Τι πλάσμα είσαι εσύ;"
Άκουσα φωνή, πραγματική, αληθινή φωνή που απευθύνθηκε σε μένα. Δεν είναι δημιούργημα της φαντασίας μου.
"Τι είσαι; Πως βρέθηκες εδώ;"
"Δεν ξέρω... δεν ξέρω... Εσύ;"
Αντί για απάντηση έπιασε το χέρι μου και με ανάγκασε να στροβιλιστώ γύρω από τον εαυτό μου. Ένιωθα τα μάτια του να αγγίζουν παρατηρώντας κάθε σπιθαμή του κορμιού μου. Παράξενο συναίσθημα αν σκεφτείς πως δεν με είχε ξανακοιτάξει. Ποτέ. Κανείς.
"Που μένεις;"
"Εδώ. Εσύ;"
"Εγώ... εκεί! Κάτσε, κάτσε να σε δω καλύτερα."
Έμενα να στέκω με δυσκολία όρθια στα δυο μου πόδια ενώ τριγύριζε γύρω μου. Ένας νυχτοπερπατητής. Λες και χόρευε δίπλα μου, αριστερά μου, δεξιά μου, μπροστά μου, μέσα μου. Τόσο απαλά λες και φοβόταν μην μ' ενοχλήσει. Κάθε τόσο άπλωνε με προσοχή το χέρι του, ίσα που μ' άγγιζε με τ' ακροδάχτυλα. Να θέλει να σιγουρευτεί ότι υπάρχω. Αισθανόμουν λες και διαπερνούσε ηλεκτρισμός το σώμα μου με κάθε του προσέγγιση. Τιναζόμουν. Ανατρίχιαζα. Μ' έναν τρόπο αλλιώτικο όμως. Τι μου συμβαίνει; Και ποιος, επιτέλους, είναι αυτός;
"Ξέρεις, μοιάζουμε κάπως", άκουσα τη φωνή του να λέει.
Μην έχοντας συναίσθηση του ίδιου μου του εαυτού δεν ήξερα τι έπρεπε να κάνω, να πω, να νιώσω. Άρχισα να παρατηρώ τα σημεία εκείνα του κορμιού μου που μπορώ να δω και αντιλήφθηκα πως δεν πρέπει να είχε και άδικο.
"Μοιάζουμε πολύ", μου είπε.
"Ναι. Αλλά δεν είμαστε ίδιοι, ε;"
Έκανε ένα βήμα πίσω και τα μάτια του καρφώθηκαν στα δικά μου με τέτοια ένταση που σχεδόν με έκανε να τρομάξω. Λες και προσπαθούσε να αποτυπώσει τα χαρακτηριστικά μου στο μυαλό του. Σαν να ήθελε να με χορτάσει. Ίσως φοβόταν ότι όλο αυτό ήταν απλά ένα όνειρο και ότι θα εξαφανιζόμουν από στιγμή σε στιγμή.
"Δεν έχω ξαναδεί πλάσμα σαν εσένα", τον άκουσα να λέει τελικά.
"Γιατί δεν ήρθες νωρίτερα;"
"Μα δεν ήξερα καν πως υπάρχεις... πως να 'ρθω;"
Ευχαριστώ για την έμπνευση εκείνους που μου την έδωσαν. Αν και αυτό μάλλον δεν θα το διαβάσουν ποτέ.