Παρασκευή, Νοεμβρίου 17, 2006

Once a friend... never a friend



Τι με έκανε να σας θυμηθώ και πάλι; Άλλοτε είναι ένα τραγούδι, άλλοτε μια θύμηση που φεύγει απ' τη θέση της στο πίσω μέρος του κεφαλιού και έρχεται για λίγο μπροστά και πάλι. Κι είναι αυτό το περίεργο συναίσθημα χαρμολύπης που αισθάνομαι κάθε φορά που κάποιος από εσάς τριγυρίζει στις σκέψεις μου. Ένα θλιμμένο χαμόγελο για όσα ζήσαμε μαζί και επειδή δεν συνεχίζουμε να τα ζούμε πια. Για όσα δεν προλάβαμε να κάνουμε.
Επειδή όταν βρεθήκαμε ήταν ήδη αργά. Επειδή όταν βρεθήκαμε ήταν πολύ νωρίς. Επειδή μπήκαν αποστάσεις ανάμεσά μας και επειδή αφήσαμε τις καταστάσεις να μας κυριέψουν. Επειδή κανείς δεν πήρε αποφάσεις και κανείς δεν έκανε το πρώτο βήμα μετά. Επειδή αφεθήκαμε να απομακρυνθούμε και επειδή οι σκέψεις έμειναν στα χαρτιά. Επειδή κανείς δεν σήκωσε το τηλέφωνο και κανείς δεν άπλωσε το χέρι.
Μερικές φορές όταν περάσει ο καιρός ξεχνάς. Και ξεχνιέσαι. Δεν κάνεις τον κόπο να βγεις απ' τη βολική σου θέση. Δεν ενδιαφέρεσαι ή τουλάχιστον δεν δείχνεις το ενδιαφέρον σου. Αφήνεσαι στην καθημερινότητα και στην ρουτίνα να σε παρασύρει στους δικούς της ρυθμούς. Που και που αφήνεις κάποιον να ανέβει στη μοναχική σου βαρκούλα μα αν κάποια στιγμή αποφασίσει και βουτήξει πάλι στο νερό ή αν απλά τραβηχτεί από το ρεύμα και φύγει για λίγο μακριά σου δεν σκέφτεσαι να τον ανεβάσεις ξανά. Στέκεις εκεί μόνος για λίγο και απομένεις να τον κοιτάς να χάνεται στον ορίζοντα. Για μια στιγμή μόνο, ένα δάκρυ πάει να κυλήσει. Για μια στιγμή και μετά περνάει και χάνεται. Γυρίζεις την πλάτη, πιάνεις πάλι το κουπί και συνεχίζεις. Πιο κάτω θα βρεθεί άλλος συνεπιβάτης. Θα κάτσει και αυτός για λίγο μαζί σου. Αυτός στη βάρκα σου, εσύ στη δικιά του μέχρι ένας απ' τους δύο να βουτήξει και πάλι. Πόσο σπάνια συμβαίνει να πορευθείτε για πολύ καιρό μαζί πλάι πλάι. Τόσο πολύ που να φτάσει ο καθένας στον προορισμό του. Πόσο σπάνια...
Θυμάσαι άραγε τότε που καθόμασταν μαζί και μιλάγαμε μέσα από το τετράδιό μας; Θυμάσαι τα πρώτα κρυφά τσιγάρα; Θυμάσαι που προσπαθούσαμε να βρούμε τρόπους να πλησιάσουμε τους μεγαλύτερους; Θυμάσαι τους καφέδες και τα ηλεκτρονικά παιχνίδια στην καφετέρια απέναντι; Το όνομά της μου διαφεύγει... Θυμάσαι τα σχέδια για την πενταήμερη; Τους τσακωμούς και τα κλάματα; Τις χαρές, τα άγχη και τις απογοητεύσεις; Εκείνο το χαστούκι και την αγκαλιά που ποτέ δεν έγινε... Τα κουλουράκια με γεύση μαρίδας και ο Holden Caulfield. Θυμάσαι που σου άρεσε να μου πειράζεις τη μύτη; Τις στιγμές στα παρκάκια που η σιωπή έσπαγε τα αυτιά μας; Θυμάσαι που προσπαθούσαμε μέσα από αυτοσχέδια παιχνίδια να ψυχαναλύσουμε ο ένας τον άλλο;
Την πρώτη γνωριμία τη θυμάσαι; Τις συζητήσεις, τα γέλια και τις εξομολογήσεις που έγιναν απίστευτα εύκολα - αλήθεια πως; Το κινέζικο και το χυμένο κρασί; Που τραγουδούσαμε αγκαλιά και λέγαμε όλους τους στίχους, αλλά απέφευγα να πω δυνατά μια λέξη... μια μόνο λέξη και σε έκανα να την αποφύγεις κι εσύ. Που γυρίζαμε μαζί σ' ένα αμαξάκι σαράβαλο με άσπρο ταμπλό, θυμάσαι; Μια συνωμοτική παρέα στο γηπεδάκι με τα δικά μας και τις γαλλικές κοτσίδες. Θυμάσαι που φώναζες στους άλλους να με περιμένουν όταν είχα χτυπήσει το πόδι μου και δεν μπορούσα να περπατήσω; Χαθήκαμε και ξαναβρεθήκαμε και ήταν όλα - σχεδόν - όπως πριν. Θυμάσαι;
Θυμάσαι ακόμα άραγε τότε που ήσουν ένα λιλιπούτειο κομμάτι μου κι εγώ δικό σου;
Για όλους αυτούς που υπήρξαν κάποτε φίλοι. Για τη Δ., τη Χ., τη Μ., τον Σ., τον Γ., τον Β., τον Μ., τον Π., τη Β., τους δύο Ν., και πολλούς άλλους. Και για τον Κ. αλλά εσύ είσαι μια ολόκληρη ιστορία από μόνος σου. Και ελπίζω να μην σε έχω χάσει ακόμα.