Τετάρτη, Οκτωβρίου 18, 2006

Δεν σκέφτομαι και γράφω


Κοίτα να δεις κάτι πράγματα. Λίγα λεπτά πριν σημάνουν μεσάνυχτα, κλείνω σχεδόν 16-17 ώρες ξύπνια. Όλο το σώμα μου διαμαρτύρεται. Όπου κι αν μ' ακουμπήσεις πονάω. Τα μάτια μου κι αυτά το ίδιο. Τσούζουν και δακρύζουν που και που. Αναζητούν απεγνωσμένα ξεκούραση. Κι όμως εγώ έχω κολλήσιε. Και αντί να με αφήσω να ξεκουραστώ ήρεμα, θέλω τώρα, αυτή τη στιγμή, να βάλω το μυαλό μου σε εγρήγορση. Θέλω να μιλήσω, θέλω να βγάλω λέξεις. Να τις αφήσω να μεταμορφωθούν μπροστά στο βλέμμα μου. Τις προκαλώ. Τις πιέζω και τις ψάχνω. Και κάθομαι μπροστά σε μια οθόνη και περιμένω.
Βλέπω τη γραμμούλα - ναι ξέρω, κέρσορας λέγεται, αλλά εγώ την προτιμώ ως γραμμούλα - να αναβοσβήνει απειλητικά μέχρι τη στιγμή που θα τη βάλω σε κίνηση. Περιμένω να έρθουν και δεν έρχεται τίποτα. Και ξάφνου σε μια στιγμή έκλαμψης τα δάχτυλά μου παίρουν φωτιά. Για λίγο όμως. Μετά τα νιώθω να πιέζονται. Να πληκτρολογούν χωρίς να το θέλουν. Και σταματάω για μια στιγμή, να πάρω ανάσα - αυτό από μόνο του σπανίως είναι καλό - και τα ξαναδιαβάζω. Τότε μόνο κάνουν αυτό που ήθελαν εξαρχής. Πατώντας ένα και μόνο κουμπάκι σε μια στιγμή σβήνονται όλα. Γιατί είναι λίγα. Γιατί είναι αλλιώς. Γιατί δεν είναι τα κατάλληλα να αποτυπώσουν την ψυχή μου. Γιατί ποτέ δεν μου φτάνουν. Ο σκληρότερος κριτής του εαυτού μου, εγώ. Ποιος θα το πίστευε. Και μένω εκεί για λίγο, στην αναμονή. Μήπως και... Αν δεν έρχεται απ' την αρχή, απίθανο είναι να έρθει αργότερα.
Οπότε τα παρατάω. Αποφασίζω να δώσω στο σώμα μου αυτό που ζητάει... εν μέρει. Το ξανασκέφτομαι και παίρνω παραμάσχαλα τον υπολογιστή παρέα. Ξαπλώνω και αφήνομαι. Δεν αποφασίζω για τίποτα πια. Δίνω την ευκαιρία στο μέσα μου, να κάνει αυτό ό,τι θέλει. Ας ξεκουραστεί λοιπόν, ας αποκοιμηθεί. Ας είναι... Και αύριο μέρα είναι, σκέφτομαι, μπορεί να έρθει τότε αυτό που δεν ήρθε σήμερα.
Αλλά μπα... ποιος σου είπε πως θα μ' αφήσει να περιμένω μέχρι αύριο; Ώρες ώρες λέω μην είναι μαγικό το κρεβατάκι μου. Τόσα χρόνια με συντροφεύει, τώρα το πήρα χαμπάρι εγώ; Αλλά πως αλλιώς να το εξηγήσω που τόσες και τόσες φορές εδώ είναι που μου έρχονται οι καλύτερες ιδέες; Εδώ με προβληματίζω, εδώ με εκπλήσσω. Ήταν λίγες οι φορές άλλωστε, νομίζεις, που οι σκέψεις, οι λέξεις, έρευσαν αβίαστα μες το κεφάλι μου εδώ; Πόσες φορές δεν το μετάνιωσα που δεν τις αποτύπωσα την ίδια στιγμή γιατί λίγα λεπτά αργότερα, ή την επόμενη μέρα κάποιες φορές, τις είχα ήδη ξεχάσει. Γι' αυτό σήμερα προνόησα. Εδώ, παρέα.
Και βεβαίως με το που βρέθηκα εδώ, ξαπλωμένη με τον υπολογιστή αγκαλιά, δεν δυσκολεύτηκα καθόλου. Δεν έχει βρει την ησυχία της η μικρή μου γραμμούλα από εκείνη την ώρα. Δεν μένει λεπτό στο ίδιο σημείο. Προχωράει και προχωράει.
Από την άλλη με τρομάζει αυτό κάπως. Υπάρχουν φορές που ξεκινάω και δεν λέω να σταματήσω με τίποτα. Από αλλού αρχίζω, αλλού καταλήγω, συνάφεια δεν ξέρω αν υπάρχει και δεν με νοιάζει κιόλας. Αλλά οι λέξεις... τα νοήματα πίσω απ' την καθεμία τους. Αυτά είναι το κάτι άλλο. Δεν αναρωτιέμαι. Ξέρω πως είμαι εγώ που τα έγραψα αυτά. Δεν ήξερα όμως πως εγώ ήμουν που τα ένιωσα. Φοβάμαι. Αλλά μ' αρέσουν κιόλας. Μ' αρέσουν και είμαι εγώ, γι' αυτό τα κρύβω. Γι' αυτό, αυτά ποτέ δεν θα τα δουν τα μάτια σου. Αν φανερωθούν κι εκείνα, δεν ξέρω τι θα γίνει τότε. Αν θελήσεις και αν τα καταφέρεις, ίσως μπορέσεις να τα βάλεις όλα μαζί και να δεις. Δεν θα 'μαι εγώ. Ένα κομμάτι που θα 'ναι μόνο. Τι κομμάτι όμως ξέρεις; Το πιο βαθύ, το πιο καλά φυλαγμένο. Ένα κομμάτι καλά κρυμμένο θα 'ναι αυτό. Αυτό με τρομάζει μάλλον περισσότερο απ' οτιδήποτε άλλο. Δεν είμαι έτοιμη γι' αυτό. Δεν ξέρω αν θα 'μαι ποτέ. Μέχρι τώρα τα πρόσωπα που το έχουν ανακαλύψει αυτό μετριούνται στα δάχτυλα του ενός χεριού. Και περισσεύουν και πέντε. Άντε τέσσερα. Τρία; Το πολύ.
Χρειάζεται κι αυτό όμως. Ας στιβάζονται το ένα πάνω στ' άλλο και ας μην βλέπουν ποτέ φως πέρα από 'δω. Είναι για μένα. Είναι εγώ. Κι εγώ είμαι αυτά. Και άλλα. Και πολλά ακόμα. Θα τα μάθεις άραγε ποτέ; Κάποια απ' αυτά; Ή έστω όλα;
Να που επιβεβαιώθηκα και σήμερα. Άλλη φορά θα το ξέρω και θα το κάνω απ' την αρχή. Αυτή τη στιγμή όμως σταμάτησα. Και πάω να αρχίσω να ξαναδιαβάζω αλλά δεν θα το κάνω. Ζητάω τσιγάρο και ξέρω πως δεν πρέπει αλλά αυτό μάλλον θα το κάνω. Τα μάτια μου τσούζουν και πάλι. Δύσκολη ώρα. Ποτέ δεν ήμουν ιδιαίτερα καλή στο να βάζω επιλόγους. Ίσως πάλι να είναι και το δυνατό μου σημείο. Ποιος ξέρει; Ποιος νοιάζεται;
Αισθάνομαι πως θα με πάρει ο ύπνος σε λίγο και χαζογελάω με τη σκέψη πως ίσως τα χέρια μου χορεύουν ακόμη και τότε από μόνα τους πάνω στο πληκτρολόγιο. Έτσι τα νιώθω και τώρα. Δεν ξέρω αν εγώ κατευθύνω αυτά ή αν αυτά εμένα. Ωραία είναι κι έτσι. Όπως και να 'χει.
Άλλαξε και η μέρα.