Παρασκευή, Σεπτεμβρίου 29, 2006

Εξαρτημένη


Οι πιο σωστές σκέψεις έρχονται τις πιο περίεργες ώρες. Μόλις ανοίξεις τα μάτια σου το πρωί, τότε που το μυαλό θεωρητικά είναι πιο καθαρό, ή λίγο πριν σε πάρει ο ύπνος το βράδυ, τότε που μάλλον είναι αρκετά θολωμένο, με αποτέλεσμα συνήθως να τις ξεχνάς λίγο αργότερα.
Προχτές είπα πως πάω προς τα κάτω και μου είπε πως χαίρεται γιατί είμαι σε καλό δρόμο. Μάλιστα. Χτες πάλι, όταν άθελά μου - πόσο; - έπαιζα το ρόλο του θύματος και πάλι - το πόσο το σιχαίνομαι αυτό είναι μια άλλη ιστορία - ένα άλλο στόμα είπε απευθυνόμενο σε μένα: "μα γιατί; αφού έχεις κάνει κάποια βήματα. έχεις αρχίσει την προσπάθεια ώστε να αποφύγεις αυτό ακριβώς!" ΄
Γιατί; Αυτό αναρωτιόμουν και εγώ χτες το βράδυ. Κι η απάντηση ήρθε ως δια μαγείας από μόνη της τη στιγμή που μόλις είχα κατεβάσει την πρώτη γουλιά του πρώτου καφέ της ημέρας και άναβα τσιγάρο.
Εξάρτηση.
Αυτή η έννοια ήρθε και τα έβαλε όλα στη θέση τους.
Αναγνωρίζω την κατάστασή μου, ζητάω βοήθεια και βρίσκομαι αισίως στη φάση απεξάρτησης. Ακόμα όμως δεν έχω γίνει καλά και το σώμα μου αντιδράει. Το μυαλό μου αντιδράει και κάνει και το σώμα μου να φέρεται έτσι. Έχει συνηθίσει και θέλει τη δόση του. Την αναζητάει μανιασμένα. Θέλει τροφή. Θέλει να φτιαχτεί κι ας ξέρει πως κάνει κακό στον ίδιο του τον εαυτό.
Ακούω λέξεις, τις κάνω σκέψεις και μετά παίρνουν από μόνες τους την πρωτοβουλία και γίνονται εφιάλτες. Οι τελευταίες σκέψεις πριν αποκοιμηθώ αγχωτικές. Ο ύπνος ανήσυχος. Το πρωινό ξύπνημα, μόλις περάσουν τα λίγα δευτερόλεπτα άγνοιας, ανεμελιάς και αναγνώρισης τα φέρνει όλα στο προσκήνιο και πάλι. Όλα όσα προσπαθούσα να αποφύγω να σκέφτομαι την προηγούμενη νύχτα. Σήμερα εκτός απ' αυτά ξύπνησα και μ' έναν σουβλερό πόνο στη ήδη πονεμένη μου πλάτη με αποτέλεσμα κάθε φορά που γυρίζω το κεφάλι μου προς τ' αριστερά, να το μετανιώνω την ίδια στιγμή. Χτες σχεδόν όλη μέρα αισθανόμουν το στομάχι μου να διαμαρτύρεται. Είχαν αρχίσει να βαράνε άγρια τα μπάσα εκεί μέσα. Κάνει ό,τι μπορεί κι αυτό μπας και ακούσω.
Εξάρτηση. Τι μαγικά που την ένιωσα αυτή τη λέξη σήμερα όταν ήρθε και κάθησε δίπλα μου. Με ανακούφισε κατά κάποιο τρόπο γιατί με βοήθησε να καταλάβω.
Έχω γεμίσει από άγχος, ανασφάλειες, φόβο. Μου φτάνουν πια. Ήταν τακτικοί επισκέπτες μου όλα αυτά τα χρόνια. Τόσο που λίγο ακόμα να τους άφηνα θα γίνονταν μόνιμοι κάτοικοι. Μου πήραν τον αέρα κι εγώ τους άφησα. Αλλά τον θέλω πίσω, μ' ακούτε; Θέλω πίσω τον αέρα μου.
Ταυτόχρονα το μυαλό μου... αχ! το μυαλό μου... Το μυαλό μου που είναι η κινητήριος δύναμη πίσω απ' όλα αυτά αναζητάει τη μορφίνη του. Το μυαλό μου, που το άφησα να οδηγηθεί και να καταλήξει σε παρανοϊκές καταστάσεις, συνήθισε και θέλει να μείνει εκεί. Το άφησα και φύτεψε το σπόρο της αμφιβολίας βαθιά μέσα μου και τώρα κοιτάζει χαμογελώντας και περιμένει τη στιγμή που θ' ανθίσει. Δεν θα το αφήσω. Θα το βρω και θα το προλάβω και θα το ξεριζώσω.
Θέλει να με κάνει να μην αισθάνομαι σίγουρη για τίποτα. Θέλει να τα χωνεύει όλα περνώντας τα πρώτα από χίλια κόσκινα μέχρι να βρει τη χειρότερη, την πιο δυσάρεστη εκδοχή κι εκείνη να κρατήσει. Διαμαρτύρεται συνεχώς. Εκεί που βρίσκω ένα σπόρο, πάνω που τον έχω ξετρυπώσει και λέω θα γλυτώσω απ' αυτόν, έρχεται και μου ψιθυρίζει στο αυτί πως οι προσπάθειές μου είναι μάταιες. Έναν βγάζω, δύο καινούργιους φυτεύει.
Πολεμάω. Αυτή είναι η πιο σκληρή και δύσκολη μάχη γιατί έχω αντίπαλο τον εαυτό μου.
Κατάλαβες τώρα γιατί; Γιατί ήταν συνήθεια. Κι έγινε εξάρτηση. Κι αυτή ξέρει καλύτερα απ' όλους μας να θρέφει τον εαυτό της.
Το μόνο που μου μένει είναι να την νικήσω. Και μετά να μην ξανακυλήσω.

Τρίτη, Σεπτεμβρίου 19, 2006

Χτες έβρεξε για μένα


Θα 'πρεπε να το περιμένω. Ήταν η ώρα του να έρθει και ήρθε. Το "δώρο" μου. Με είχε προετοιμάσει από προχτές, θα 'πρεπε να το περιμένω. Μέχρι και την τελευταία στιγμή όμως έλεγα μήπως το αποφύγω αυτή τη φορά αλλά μάταια. Ήρθε συνεπέστατο στο ραντεβού μας. Αλήθεια πότε το κλείσαμε; Εγώ δεν θυμάμαι κάτι τέτοιο. Μόνο του τα κανονίζει, να δεις. Θα του καλάρεσε την πρώτη φορά, για να μην σου πω για την δεύτερη και είπε να έρθει και τρίτη και τέταρτη και έρχεται συνεχώς από τότε.
Το πως σκοτείνιασε και συννέφιασε ξαφνικά ούτε που το κατάλαβα. Πρώτα είδα τις αστραπές και τότε ήξερα τι να περιμένω. Μέσα σε ελάχιστα λεπτά δεν έβλεπα τίποτα έξω. Δεν είχαν ανάψει ακόμαι και τα φώτα του δρόμου και επικρατούσε απόλυτη σκοτεινιά. Απ' τη μία γνώριμο το σκηνικό, απ΄την άλλη μόλις το πρωτοαντίκρυσα μου ήρθαν στο νου απίστευτες σκηνές ταινίας θρίλες που θα μπορούσαν να εξελιχθούν μ' αυτό ως φόντο. Δεν τρόμαξα όμως. Ούτε και φοβήθηκα. Χαμογέλασα, πικρά μάλλον, και το δέχτηκα.
Έπρεπε να είχα βγει έξω. Θα έπρεπε να είχα νιώσει τις σταγόνες να χτυπάνε το κορμί μου. Να αυλακώνουν το πρόσωπό μου - σαν - δάκρυα. Να τις αφήσω να με γεμίσουν. Να τις χορτάσω και να με χορτάσουν. Δεν το έκανα, αλλά νιώθω σαν να έγινε.
Δεν το δέχτηκα καλύτερα από καμμία άλλη φορά. Δεν του έκλεισα την πόρτα, ούτε το άφησα να με προσπεράσει. Αυτή τη φορά, ήμουν κι εγώ εκεί. Το περίμενα. Είπα πως το λιγότερο που μπορώ να κάνω είναι να το απολαύσω. Ούτε και αυτό μου φέρθηκε μια ευγενικά. Όχι απλά δεν μου έδειξε συμπόνια, αντίθετα, αναθάρρησε απ' την παρουσία μου και με ρούφηξε μέσα του. Με πλημμήρισε. Γέμισε κάθε σπιθαμή του σώματος και της ψυχής μου. Σαν να μην υπήρχα πια εγώ. Σαν να κάνω ένα διάλειμμα απ' τον εαυτό μου - με συγχωρείτε, λείπω - και να πήρε τη θέση μου. Κάνει ότι θέλει κι εγώ απλώς θεατής.
Με τρέλανε. Σε καμμία περίπτωση με την καλή έννοια. Ξέφυγα τελείως απ' την πρώτη κιόλας στιγμή. Τι με έπιασε;
Πήρα και σένα, να σ' ακούσω. Ήθελα να ακούσω εσένα, όχι απλά τη φωνή σου. Έβλεπα εικόνες και τις αναζητούσα κι εγώ. Ήθελα όχι να τις βλέπω μα να τις ζω. Περίμενα να τρέξεις, να έρθεις να μ' αγκαλιάσεις, να με κάνεις και πάλι εμένα. Ήθελα απεγνωσμένα, απεγνωσμένα όμως, ένα άγγιγμα δικό σου, να νιώσω τα χείλη σου. Να αισθανθώ και πάλι εγώ. Ήθελα να 'ρθεις να το βγάλεις από μέσα μου. Μόνη μου δεν μπορούσα.
Άκουσα λέξεις, δεν ξέρω αν ήμουν εγώ εκείνη τη στιγμή που άκουγε, γιατί πάλι το ένιωσα να με κυριεύει. Τι να μιλήσω; Τι να πω; Κουράστηκα να ζητάω συνέχεια. Έχοντας φτάσει όμως σ' αυτή τη θέση, το έκανα και πάλι.
Ένα "μμμ..." από εδώ, ένας αναστεναγμός από 'κει και ένα δάκρυ γαμώτο... ένα γαμημένο δάκρυ γιατί δεν λέει να βγει; Τόσες μέρες το ψάχνω, τόσες μέρες σ' ένα παιχνίδι είμαι μαζί του, σε μια ατελείωτη παρτίδα. Το προκαλώ, συνέχεια το προκαλώ μα τίποτα. Μόνο μου γυρνάει την πλάτη. Ούτε κι αυτό δεν μ' ακούει... δεν θέλει να πάρει το μέρος μου ούτε καν αυτό; Ένα δάκρυ γαμώτο... ένα δάκρυ να ξεσπάσω. Δεν ζητάω και να ηρεμήσω. Να ξαλαφρώσω θέλω μόνο. Να βγει. Γιατί αρνείται;
Με έχει αποτρελάνει πια μ' ακούς; Με κάνει και κάνω φοβερά πράγματα. Κάθε σου λέξη, την περνάω εγώ από χίλια κόσκινα. Η πιο αθώα λέξη να 'ναι θα βρω μια άσχημη, οδυνηρή για μένα ερμηνεία να της δώσω. Ό,τι και αν λες με κάνει χειρότερα. Μάλλον δεν φταις εσύ. Ό,τι και να λες, το παίρνως εγώ και το αλλάζω, το καταλαβαίνω όπως με βολεύει και με κάνω εγώ χειρότερα. Καλά κάνεις ώρες ώρες και δεν μου μιλάς. Κάτι θα ξέρεις. Κάτι θα έχεις καταλάβει.
Εγώ γιατί ακόμα τίποτα; Γιατί επιμένω στις ανόητες ερωτησούλες μου; Γιατί να σε παίρνω τηλέφωνο, με μια ηλίθια αφορμή, μόνο και μόνο για να δω αν είσαι σπίτι; Ήθελα να μείνουμε όσο το δυνατόν περισσότερο μαζί, όχι μόνο επειδή ήθελα να σε δω... ήθελα να είμαι σίγουρη πως δεν θα κάνεις τίποτε άλλο. Νευρίασα μαζί σου γι' αυτό. Τι κάνω; Τι στο καλό κάνω; Έχω παλαβώσει; Λάθος σημείο στίξης. Θαυμαστικό χρειαζόταν εκεί. Κι ας ήταν μόνο αυτά... Βλέπω το αρχικό σου, κάποιον συνωνόματό σου ίσως και αμέσως σκέφτομαι μην είσαι εσύ. Ακόμα και αν υπάρχουν χιλιάδες με το ίδιο αρχικό, ακόμα και αν υπάρχουν εκατοντάδες με το ίδιο όνομα, διαβάζω κάποιον άλλο να μιλάει για έναν απ' όλους αυτούς και τρέμω μην είσαι εσύ.
Και βέβαια δεν φταις εσύ, αλλά σε σένα ξεσπάω. Σε σένα και ξέρεις γιατί; Γιατί θα με αντέχεις...
Το έκανες τελικά το θαύμα σου. Όπως πάντα, εκεί που δεν το περίμενα. Σ' ευχαριστώ. Και συγνώμη... μα ξέρεις, είναι που δεν μπορώ να ηρεμήσω. Δεν μπορώ να κλάψω, γι' αυτό. Και να σου πω κάτι; Χτες έβρεξε για μένα. Για μένα που δεν μου βγαίνει ένα χαζό-δάκρυ. Ένα μόνο θέλω και χτες... ήρθαν χιλιάδες, εκατομμύρια. Γι' αυτό σου λέω. Για μένα έβρεξε χτες.

Παρασκευή, Σεπτεμβρίου 15, 2006

Εσύ, εγώ και το χαμένο 5ευρώ

Η έλλειψη ύπνου την έκανε να αισθάνεται σαν άρρωστη. Τα μάτια βαριά, έτσουζαν ακόμα. Κάτι η κούραση, κάτι ο καπνός, τα ένιωθε που και που να βουρκώνουν. Αυτό το δάκρυ όμως, που σχεδόν αγωνιωδώς περίμενε να κυλήσει, δεν ερχόταν. Κάτι τα εμπόδιζε, λες, και μέναν εκεί. Στο σκούρο καστανό των ματιών της κλεισμένα.
Γύρισε σπίτι χαρούμενη. Ήθελε μόνο να ακούσει τη φωνή του κι ας μην είχαν περάσει παρά μόνο μερικές ώρες απ' την στιγμή που αποχαιρετίστηκαν. Κι ας είχαν ξαναμιλήσει νωρίτερα. Δεν δίστασε. Του τηλεφώνησε. Κατάλαβε πως δεν έκανε και άσχημα, πως δεν χρειαζόταν να πνίξει την ανάγκη της, όταν άκουσε το γέλιο του ως απάντηση στη φωνή της. Γέμισε. Αυτό και μόνο αρκούσε να της δώσει κάποια λεπτά ευτυχίας ακόμη.
Αλλάξε ρούχα, καλοκαιρινά και ας είχε γεμίσει ο ουρανός με σύννεφα έξω - άλλωστε δεν είχε σκοπό να το κουνήσει από εκεί. Κρυώνε αλλά εκείνη τη στιγμή δεν την ένοιαζε. Αργότερα θα κουκουλωνόταν και θα ζεσταινόταν, θα ξεσκεπαζόταν και θα κρύωνε πάλι.
Άναψε τσιγάρο και τα γεγονότα της προηγούμενης βραδιάς άρχισαν να έρχονται στο μυαλό της. Θα ήθελε να μπορεί να τα θυμηθεί εξ' ολοκλήρου. Να μην είχε ξεχάσει ούτε δευτερόλεπτο. Να μπορούσε να τα ξαναζήσει στο νου, σαν ταινία. Αντίθετα αυτά επέμεναν να έρχονται σαν φωτογραφίες. Σκόρπιες εικόνες, σκόρπιες λέξεις. Προς το παρόν θυμόταν και μπορούσε να τα βάλει στη σωστή σειρά. Φοβόταν όμως μην ξεχάσει. Έτρεμε στη σκέψη πως θα μπορούσε να ξεχάσει. Η μνήμη λειτουργεί συνήθως με δική της πρωτοβουλία. Πότε επιλέγει να κρατάει αναμνήσεις που θα ήθελες να θάψεις βαθιά μέσα στη γη, να τις εκτοξεύσεις στο διάστημα αν γινόταν για να μην χρειαστεί να τις αντιμετωπίσεις ποτέ ξανά και πότε αποφασίζει να διώξει πράγματα που αν μπορούσες θα τα κράταγες όλα, μα όλα και ας ξεχείλιζες.
Δεν ήθελε τίποτα απ' όλα αυτά που της είχε πει. Βέβαια και να συνέβαινε κάτι από αυτές τις ακραίες ίσως καταστάσεις-αποδείξεις, κατά βάθος σίγουρα θα της άρεσε, αλλά δεν το είχε ανάγκη αυτό. Το μόνο που χρειαζόταν ήταν αυτό που της έδωσε εκείνη τη στιγμή. Ήθελε για μια φορά να τ' ακούσει. Ήθελε να κοιτάξει μέσα στα μάτια του και να δει αυτά που μόνο εκείνη μπορούσε να δει. Χαμογέλασε.
Χαμένη σ' ένα κόσμο ολόδικό της, μια σκέψη ήρθε και χώθηκε ανάμεσα σ' όλες τις άλλες. Τρύπησε από το ασυνείδητό της μάλλον και την έκανε να θυμηθεί πως είχε ξεχάσει τι είχε απογίνει εκείνο το 5ευρώ. Σηκώθηκε και έψαξε τα πράγματά της. Την τσάντα, το πορτοφόλι, τις τσέπες των ρούχων που φόραγε, όλα. Ακόμα και μέσα στη θήκη των γυαλιών της κοίταξε και μάλιστα δυο φορές. Πουθενά. Δεν ήταν πολλά λεφτά. Δεν την πείραζε αυτό. Το ήθελε όμως αυτό το χαρτονόμισμα. Ήθελε το συγκεκριμένο χαρτονόμισμα. Αυτό που είχε τη μια του γωνία καμμένη και είχε και την αίσθηση εκείνου. Είχε τα σημάδια των αποτυπωμάτων του επάνω. Δεν είχε τίποτα και όμως τα είχε όλα.
Απόρησε και η ίδια για μια στιγμή με τη θλίψη που της προξένησε αυτό το γεγονός. Μετά όμως αναγνώρισε τον εαυτό της και ξαναέψαξε. Αυτή τη φορά και σε όλο το υπόλοιπο σπίτι μήπως και είχε παραπέσει κάπου.
Ήταν και αυτό το πράγμα που τις τριβέλιζε το μυαλό. Αυτό που της είχε πει που λίγο έλειψε να την κάνει να κλάψει. Δεν ήθελε ούτε καν να το επαναλάβει από μέσα της. Να, αυτό θα άφηνε μετά χαράς να το πάρει μακριά η λήθη, αλλά ήξερε πως δεν θα γινόταν αυτό. Τουλάχιστον όχι κάποια στιγμή σύντομα. Μίλησε όμως και είδε πως δεν ήταν η μόνη που δεν αισθανόταν καλά. Συμβαίνουν και αυτά... μια στο τόσο. Όχι παραπάνω.
"Σε τρία χρόνια πάλι [...]"
Γιατί; Γιατί όχι και σήμερα, και αύριο και κάθε μέρα και πάντα; Γιατί αν όχι αυτά τα ίδια, κάποια άλλα λόγια που θα θέλουν να πουν το ίδιο πράγμα. Μία άλλη χειρονομία που θα έχει τον ίδιο στόχο. Μία διαφορετική πράξη που θα δηλώνει πολύ περισσότερα απ' όσα άφηνε τον εαυτό της να καταλαβαίνει μέχρι τώρα.
"Αφού υπάρχει κάτι που δεν μπορείς να μου το πεις, λέει ο εραστής, κάτι που πρέπει να το σκέφτεσαι μέσα σου, πως να πιστέψω ότι μ' έχεις αληθινά μες στην καρδιά σου;" *
Όχι γλυκιά μου, δεν υπάρχει.

Δευτέρα, Σεπτεμβρίου 11, 2006

Λαβύρινθος

Ακούω τη φωνή του να με προ(σ)καλεί να μπω εδώ και πολύ καιρό. Πολλά χρόνια θα έλεγα. Και μπορεί να είναι ένας λαβύρινθος και αυτός, αλλά δεν είναι σαν όλους τους άλλους. Έχει πινακίδες, οδηγίες. Αν ξέρεις που θέλεις να πας, δεν έχεις παρά απλά να ακολουθήσεις τις κατευθύνσεις που σου δίνονται και θα φτάσεις στον επιθυμητό σου προορισμό. Εγώ στέκομαι στην αρχή του από μικρή. Ενώ θα έπρεπε μεγαλώνοντας να μου φαίνεται πιο μικρός, πιο απλός, πιο ευκολοδιάβατος, συμβαίνει ακριβώς το αντίθετο. Οι πετρούλες που τον απάρτιζαν παλιά, μοιάζουν να φτιάχνουν τοίχους τώρα. Αν μπω μέσα όμως, δεν θα έχει αλλάξει τίποτα - το ξέρω. Οι ίδιες ακριβώς πινακίδες θα υπάρχουν στις ίδιες ακριβώς θέσεις, οδηγώντας τους περαστικούς στους ίδιους ακριβώς προορισμούς. Ίσως οι δρόμοι να έχουν αλλάξει λίγο μόνο.
Δεν φοβάμαι το λαβύρινθο. Το ρολόι φοβάμαι που συνεχίζει να χτυπάει τικ-τακ, τικ-τακ, χωρίς να λογαριάζει τίποτα και κανένα. Ο λαβύρινθος θα είναι πάντα μπροστά μου, ανοιχτός για μένα, για όποτε αποφασίσω να μπω. Δεν φοβάμαι το δρόμο. Φοβάμαι μήπως δεν προλάβω να βγω στην ώρα μου. Μήπως όταν βγω είναι αργά.
Ζήλευα πάντα αυτούς που ξέρανε ποιο μονοπάτι θέλουν να ακολουθήσουν. Τους έβλεπα να περνάνε από δίπλα μου, να βρίσκουν την κατάλληλη για αυτούς κατεύθυνση και να την ακολουθούν με χαρά. Κάποιοι έχουν βγει ήδη - τον βρήκαν τον δρόμο τους, δύσκολα ή εύκολα δεν έχει σημασία -, κάποιοι άλλοι κοντεύουν να τελειώσουν την περιπλάνηση στα μπλεγμένα δρομάκια του, κάποιοι άλλοι μόλις τώρα έκαναν το πρώτο βήμα. Εγώ στέκομαι ακόμη απέξω.
Μιλάω με τους άλλους που περνάνε, μου λένε που θέλει να πάει ο καθένας και σκέφτομαι να τους ακολουθήσω. Σκέφτομαι μήπως ο δρόμος ο δικός τους, ταιριάξει και σε μένα. Σπασμωδικές κινήσεις, κινήσεις απελπισίας.
Θέλω απεγνωσμένα να βρω και εγώ το μονοπάτι μου και αφού ο εαυτός μου δεν με βοηθάει και πολύ σ' αυτό, ψάχνομαι να πιαστώ από τους άλλους. Τους ρωτάω και εκείνους για μένα. Λέω μήπως κάποιος απ' όλους αυτούς μπορέσει να μου δώσει την απάντηση που μόνη μου δεν βρίσκω. Δεκάδες περάσαν, άλλους τόσους ρώτησα. Τίποτα.
Κανείς δεν με ξέρει. Κανείς δεν είναι εγώ. Κανείς δεν μπορεί να μου απαντήσει σ' αυτό το ερώτημα παρά μονάχα ο ίδιος μου ο εαυτός. Κι αυτός εκεί, επίμονος, πεισματάρης και ξεροκέφαλος όπως πάντα να μην βγάζει μιλιά. Κι όσο προσπαθώ να του πάρω έστω μια λέξη, μια ιδέα, ένα κάτι, οτιδήποτε, αυτός να πεισμώνει ακόμα περισσότερο.
Και το ρολόι να συνεχίζει τη δική του μουσική, στον δικό μου κόσμο όμως. Τικ-τακ, τικ-τακ.
Ακόμα όμως δεν έχω εξαντλήσει ούτε κι εμένα, ούτε τα περιθώριά μου. Ακόμα δεν έχω χάσει κάθε ίχνος ελπίδας. Ακόμα εύχομαι πως ίσως να έρθει μια μέρα που η απάντηση θα μου έρθει ως αποκάλυψη. Πως ίσως κάτι μαγικό θα γίνει και θα λυθούν τα μάγια που κρατάνε το στόμα της ψυχής μου μουγκό. Θέλω να πιστεύω πως όταν έρθει εκείνη η ώρα, θα τα καταφέρω. Θα βάλω στα πόδια μου φτερά και θα τρέξω και θα προλάβω να βγω πριν ακουστεί το τελευταίο τακ του ρολογιού σαν μοχθηρό γελάκι.
Αλλά ακόμα δεν ξέρω. Ακόμα με την ίδια περιέργεια κοιτάζω το λαβύρινθο να με περιμένει. Ακόμα με τον ίδιο προβληματισμό. Δεν ξέρω ποιο δρόμο θέλω να πάρω, αλλά ξέρω πως πρέπει - για μένα - και θέλω να βρω έναν δρόμο.
Τα πισωγυρίσματα επιτρέπονται άραγε; Μήπως να αρχίσω να δοκιμάζω και αν δεν μ΄αρέσει το μέρος που με οδηγεί ο ένας να γυρίσω πίσω και να πάρω άλλο δρόμο; Ίσως να είναι και αυτό μια λύση. Επίπονη και χρονοβόρα όμως. Και έχω και αυτό το διαβολεμένο τικ-τακ να μην σταματάει λεπτό πάνω από το κεφάλι μου, μέσα στο μυαλό μου.
Και δεν είναι μόνο αυτό. Όλοι αυτοί που πριν από μένα, μετά από μένα τα κατάφεραν, φοβάμαι μην πέσουν όλοι πάνω μου, με κατηγορούν και γελάνε μαζί μου που δεν είχα την ίδια τύχη. Εγώ η ίδια στο τέλος, θα είμαι μία απ' αυτούς. Εγώ θα κατηγορώ τον εαυτό μου που δεν προσπάθησε ίσως όσο θα έπρεπε, που δεν βρήκε επιτέλους και αυτός ένα μονοπατάκι, ένα δρομάκι, που έμεινε στο τίποτα.

Τα αυτιά μου τα έχω ορθάνοιχτα. Γιατί δεν ακούω τίποτα; Γιατί δεν με βοηθάω;
Θα δεχτώ την πρό(σ)κλησή του. Θα την δεχτώ. Το θέλω και δεν φοβάμαι.
Θα μπω. Αρκεί να μάθω που θέλω να πάω.

Τρίτη, Σεπτεμβρίου 05, 2006

- κενό -

I hold you close... but the wind still blows...

Εισβολή


Δεν ήθελε να μιλήσει σε κανέναν. Μια λέξη ερχόταν ξανά και ξανά στο μυαλό. Μία και μόνη λέξη: εισβολή.
Το περίμενε όμως. Φρόντισε να σηκωθεί πρωί πρωί και να πάρει μέτρα. Άλλα κατάφερε να τα κρύψει μια χαρά, αυτά όμως... Αυτά έμειναν έρμαια σε ένα άλλο ζευγάρι ματιών. Τόσα και τόσα τα έχουν δει τόσο καιρό, όμως τα συγκεκριμένα είναι μια τελείως διαφορετική περίπτωση.
Ξέρει ότι είδε. Αλλά δεν ξέρει τι και κυρίως πως.
Δεν υπήρχε τίποτα το κρυφό. Δεν είχε κάτι να κρύψει και ταυτόχρονα ήταν τόσα πολλά που δεν ήθελε να μαθευτούν. Δεν υπήρχαν μυστικά. Άσχημα πράγματα ή προδωσίες. Υπήρχε μόνο μια άλλη, διαφορετική πλευρά των πραγμάτων. Καλά κρυμμένη ήταν - μέχρι τώρα.
Δεν ξέρει πως και δεν είναι σίγουρο πως θα μάθει ποτέ. Δεν μπορεί να ρωτήσει. Δεν ρωτάς τέτοια πράγματα. Σκέφτεται αυτά που είχε δει και πως μπορεί να τα αντιγυρίσει. Το είχε δεχθεί αλλά το είχε κάνει κιόλας. Μπορεί να προστατευθεί, να υπερασπιστεί. Αλλά δεν έχει κανένα νόημα αυτό. Δεν είναι αυτό το θέμα.
Η εισβολή δεν γίνεται ποτέ ευχάριστα. Γίνεται πάντα με βίαιο, επιθετικό τρόπο.
Αναρωτιέται αν είναι δυνατόν η εισβολή να γίνεται από άνθρωπο τόσο αγαπημένο και οικείο. Η εισβολή γίνεται συνήθως από ξένους.
Αυτό είναι το θέμα. Έπεσαν τώρα και τα τελευταία υπολείμματα των τειχών ή μήπως χτίστηκε σε αστραπιαίο χρόνο ένας ολοκαίνουργιος τοίχος απ' το τίποτα;